τσερβέλλο

формы словаβ
τσερβέλλο
το мозг;
          τού τίναξε τό ~ — [phrase]он ему голову разбил[/phrase];
          τού σήκωσε τό ~ — [phrase]она ему вскружила голову[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово мозг? — τσερβέλλο
как с (ново)греческого переводится слово τσερβέλλο? — мозг


καπνεμπόριοπαστουρμάςσκαλοκέφαλοεκποιούμαιτσαρδάκιλωρίοντραινάρωδαμαλήσιοςεσονύχτιξεκουρνιάζωαπαράληπτοςκαλαμποκόσουπαπαρεγκεφαλιδικόςμελίρρυτοςτεκμηριωμένακανακάρισσααναθρέφωγυροβολωευωδιασμένοςδαφνιακόςξινόχορτο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit