ενέθηκα

формы словаβ
ενέθηκα
αόρ. от ενθέτω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ενέθηκα? —


ενεδρευτικόςαλόξευτοςανεπιτηρησίαβρακοζώναερυθρώμαυροφρρύδανομότυποςφανταστικόςαθηράτοαποθετικόςαμφίκαμπτοςαδιαπότιστοςχωνευτόςταχύμετροάρσηαναφτερούγιασμανταραβερίζομαιτσακωμένοςχταποδοσαλάτααυτομολώμουνταίνω
переводы с персидского языка, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit