προκληροδοτώ

формы словаβ
προκληροδοτώ
заранее завещать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово заранее завещать? — προκληροδοτώ
как с (ново)греческого переводится слово προκληροδοτώ? — заранее завещать


απησχολημένοςδιέδυσαφαβιανισμόςεπικερδήςξινοστάφυλομπουγάτσαλαγοβυζάστραπροπονητήςμικροβιοκτόνοςαπλωτόςαναγνώρισηγριτζανίζωσουβλάκιχτίσιμοπαράβασηπολυλαλίαλιποτάκτηςεμπορεύσιμοςανατολήέρευξησολομωνική




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit