ημιτριώροφ|ος

формы словаβ
ημιτριώροφ|ος
двухэтажный с цоколем (о доме)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово двухэтажный с цоколем? — ημιτριώροφος
как с (ново)греческого переводится слово ημιτριώροφος? — двухэтажный с цоколем


διάθερμοςαγορασμένοςτσάμπαεγωισταρούκαταλυτικόςαναμαλλιάζωσυγκινητικόςτερματικόςευγενώςυδατοσφαίρισηδραματικότητααθωνίτικοςδυσκατέργαστοςεξαιρετέοςεγκοχλίωσηξεφύτρωμαυαλουργόςπηνίζωαντιρραχιτικόςφουμισμένοςμπουγιουρντί




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit