αψαχούλευτα

формы словаβ
αψαχούλευτα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αψαχούλευτα? —


πατσιάΘρακιώτισσαπροΰπαρξηκαλυκουλκόςετερόφωτ|οςαντιτορπιλλικόςανθοκλάδιπεντακοσιόδραχμοεξοπλισμόςκαταντροπιάζωτελεσιουργόςοφειλέτηςομαλοποιούμαιχειραγωγημένοςαχρεώστητονεπαναστατικάεπερχόμενονεδώδιμαηρεμιστικόςωκεανόςαναχορηγήτρια





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit