λυκόσκολλο

формы словаβ
λυκόσκολλο
το овчарка



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово овчарка? — λυκόσκολλο
как с (ново)греческого переводится слово λυκόσκολλο? — овчарка


ασυνταξίααλτρουιστικόςαγωγέαςαληθήςοδόφραγμαβουλητικόςκουροφέξαλανυμφαίαανομοιόσχημοςαδικοβγάλτριαεξυδάτωσιςεκκλίνωσυντήρησηβαρελοσάνίςαλογάκιαατσίμπητοςεκμεταλλεύτριαουσιαστικόςδασυπώγωνανορωτιέμαιγενετή




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit