ολομελειακός

формы словаβ
ολομελειακός
пленарный;
          ~ή συνεδρίαση — пленарное заседание



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово пленарный? — ολομελειακός
как с (ново)греческого переводится слово ολομελειακός? — пленарный


σταματώσημαντικότηταγκιλλιοτίναπεριτονίτιδαάμοιροςσκάκκιεπιθετικότηταψειριάρικοωριμαστήριπρωτεργάτηςοχξιφασκίαεκλέξιμοςσχολάρχηςμπαμπακοχώραφομπορντέλλοπερισπάωμαιχαιρετώλαχαίνωβατσέλινυμφοστολίζω





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit