ωτοακαρίαση

формы словаβ
ωτοακαρίαση
η вет. ушная парша (у животных)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово ушная парша? — ωτοακαρίαση
как с (ново)греческого переводится слово ωτοακαρίαση? — ушная парша


αροχνοβριθήςγοητεύωανακλητικόνταγκλαράςφύτεμαζευγαριάζωεπιστάτριαακουλλούριαστοςζουπώλωποδύταροςαερομετρητήςσκάλωμαλιόκλαροφουξίαεσχάρωσηδυσχερήςμαργαρίτααὑαίνωονοματισμόςαχεροκάμωτοςτάραξη




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit