βεβηλωμένος

формы словаβ
βεβηλωμένος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово βεβηλωμένος? —


αλειμματιάρηςτραχωματικόςμεταλαμπάδευσιςθεουργόςερυθροπάρει|οςλιποθυμιάδεκατριετίαδιέςκουνέλιανακριβολογίααρμονικάκύρτωμααγροίκιστ|οςσυναρμολόγησηοστούνκαζανιάκοκκινιάξανομοίρασμαφράξιμομάρσιππ|οςκρυσταλλικότητα





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit