ανυδρίτης

формы словаβ
ανυδρίτης
ο 1) хим. ангидрид;
2) мин. ангидрит



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово ангидрид? — ανυδρίτης
как на (ново)греческом будет слово ангидрит? — ανυδρίτης
как с (ново)греческого переводится слово ανυδρίτης? — ангидрид, ангидрит


μπερντέςχρησιμοποιούμαιστοιχειομετρίαεγχειρησούλανηπιοκομικόςσταθμητικόςνιτρώνωαξίωμαεμβολιοθεραπευτικήνέτοςκλωνάριεκμαρτυρίαδικτυοπλόκοςαπόκαρδοςμαντηλοδεμένοςγραφίστικοςαγκύλωμαμηχανιστικόςμελτεμάκιτραΐμυδραλλιοβόλο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit