αποθνήσκω

формы словаβ
αποθνήσκω
(αόρ. απέθανον) разн. знач. умирать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово умирать? — αποθνήσκω
как с (ново)греческого переводится слово αποθνήσκω? — умирать


οπερατέρεγκεφαλογράφημαφαναρτζήδικοτυμπανοκρουσίακρεατοπουλειόέπειταηλιαχτίδαλοιμικόςνέοναπολλοτριωτόςδραματοποιημένοςολιγαρχικόςξακοσαριάαγρόςσεμνοπρεπήςφθονούμαικοντέσσαεκτοκύκλιοαποθαλάσσωσηελεφαντένιοςχρέμπτομαι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit