δώσε

формы словаβ
δώσε
προστ. от δίνω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово δώσε? —


καμηλόμαλλοαδειπνοςιταλιστίκλείσιμοαπαξιώνωαντικρείνωμότομπαλταδάκιιχθυάλμηχλεύησακχαροδόχηκυνικοίπεντομερίασυμβόλαιοπολεμοποιόςαγάλλιασμαπλεμόνιανθοκομικήμάτσήκωσηαγαρμπος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit