οργανογενετικός

формы словаβ
οργανογενετικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово οργανογενετικός? —


παρώθησηθυροφύλακαςώνδρακοντιάαθωράκωτοςμονόζυγοεπιβαρύνωαποκαρδιωτικόςσυρτικόςμύστρισμασκληρόκαρδαεξογκώνομαικακοπόδαροςχασομέριτέλιξεζεύγομαικαταγοητεύωεπαρχιωτοπούλαπνευματοθώραξαιματολόγοςσύνολο





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit