μαστρολογάω

формы словаβ
μαστρολογάω
мастерить



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово мастерить? — μαστρολογάω
как с (ново)греческого переводится слово μαστρολογάω? — мастерить


ανελίσσομαιεπισφάλειαδικαιοστάσιοζητιανειάερασιτεχνικάδιστάζωμάντρωμαγιδόγραικοφρονιμίτηςνοομάντιςόπουνοσομανήςεπιτήδειοςυπολήπτομαιπρωτεύωναξάπλωτοςκαρούλικρύπτομαιαιγοπρόβαταπαρείσαχτοςδιορύττω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit