διέπηξα

формы словаβ
διέπηξα
αόρ. от διαπηγνύω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διέπηξα? —


ψιλόςμπεράτηςφραντζέζικατραπεζιέρηςάηχοςαποπληκτικόςούςδυσκολοπέραστοςβενζινομηχανήφετίςλεπτόσωμοςκαλογεννημένοςδιχάζωσπούδαγμακρυψορχίακηδεστίαχαλκίτιδαγκρεμισιάπάσσαλοςαποσμβουλεύωαποβδόμαδα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit