πετρογραφικός

формы словаβ
πετρογραφικός
геол. петрографический



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово петрографический? — πετρογραφικός
как с (ново)греческого переводится слово πετρογραφικός? — петрографический


εξανθράκωσηυδρογόνοβένετοςαμερικανοκρατούμενοςσκουπιδιάρικοςσταράταποικιλόχροιαυδροχελιδώναναβάνωενδοπαράσιτοκοκκινάδαμηχανοκατασκευήιαμβικόςισοψηφίαπροεκλέγωπάγωμααντίκλαροχαρτικόςτετανικόςλιθοκέραμοςλουμπάρδα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit