λαιμόκοψη

формы словаβ
λαιμόκοψη



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово λαιμόκοψη? —


εβραιοπούλαφανατισμόςκατάδοσηκομπογιαννιτισμόςανταλλαγήμπάσοεπήλθαδιυλίζωθεμελιώδηςασύχνασταπανελλήνιεςυδροϊωδικόςεπηρεασμένοςτρισμακάριστοςμισθωτήριοπροχρονολόγησηαξέγνοιαστοςκαπνοκοπτήριονεοτερισμόςπρωτεργάτηςκερατώνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit