ανδρώνομαι

формы словаβ
ανδρώνομαι
мужать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово мужать? — ανδρώνομαι
как с (ново)греческого переводится слово ανδρώνομαι? — мужать


ελεφαντένιοςαστήριχτοςρατσισμόςσοβαροποιούμαιατριβήςαθροιστικόςβιτριόλιβενζινάροτροώχρινοςαργοπατώεπερωτώακομμάτιστοςφιδοτόμαροακροποταμιάπροτροπάδηνμαργέλλιαναβλάστημαμετατάρσιοςελαφρόςμυρμηγκοφωλιάνερόχιονο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit