συνεπάγην

формы словаβ
συνεπάγην
παθ. αόρ. от συμπηγνύω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συνεπάγην? —


εκσπερμάτισμόςαλήθεμαμουνόχειλαοπαλλιόχρουςαργυρούςυποκλείδιοςβενζόλιοανηλεήςδυναμοδείκτηςδιπλοπροσωπίααμμωνίαμαγκούραξερόκλαδοερυθρωπόςενύδρωσιςαδιοργάνωτοςτρεμούλιασμαακαταστρατήγητοςτσουβάλιασμααπίδιτονούμενος
переводы с персидского языка, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit