διεπιστημονικός

формы словаβ
διεπιστημονικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διεπιστημονικός? —


λασπερόςθορυβημένοςεντύλιγμαλιμοκοντόροςχαρτόδεσηγονεύωανασηκώνομαισάλιοαρχαιολάτρηςπλαταγώποταπόςμετεκπαίδευσημπλάβοςσαϊτοπόλεμοςποπελίνααιματοχυσίαασκητικάορεσίβιοςαρχαγγελικόςαποθησαυριστικόςξεπίτηδες




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit