Ευαγγελισμός

формы словаβ
Ευαγγελισμός
ο рел. благовещение



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово благовещение? — Ευαγγελισμός
как с (ново)греческого переводится слово Ευαγγελισμός? — благовещение


κλεψιμιόπολφόςαναθυμίζωεκατοστίζωλωλόςτοξευτήςμετατάρσιοςχημειοτροπικόςγιάλλακυνοπίθηκοςειρηνοφιλίακοκκινοπίπεροεξηνταβελόνηςπειστικόςγερανιόςδιασάλπισηχείμετλονεμπαικτικώςξεμωραίνωκαταπίστευσηανεμοδείχτης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit