τσουκαλιά

формы словаβ
τσουκαλιά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово τσουκαλιά? —


έγκλισηηρεμιστικόςκαλοχωνεύωγκεζερζωλευκόεμψυχώνομαιΜεξικάνήαπολιθώνωνυχτόβιοςαποτέφρωσημελιγγίτηςγάλλισσαιεροτελεστίααπομαθαίνωυπορράπτωπλάτυσμαβρεχτούραξαμολλώπετρόψαροματόχαντροαγαλαξία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit