επανείπον

формы словаβ
επανείπον
αόρ. от επαναλέγω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово επανείπον? —


δασύτριχοςανεξέταστοςμισοσβημένοςάτομοσοϊλίτισσασαϊτιάκαταστροφέαςονειροφαντασίασταχυολόγημακαρκινολογίαβαθύγνωμοςενδεκαετίασκιοφωτισμόςτετραμελήςσυργουλίζωνεύραατρόμακτοςκαταδολίευσιςκουρνάζοςφοβερίζωκάλπης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit