μηρυκαστικός

формы словаβ
μηρυκαστικός
1. жвачный;

2. :
          τά ~ά — жвачные животные



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово жвачный? — μηρυκαστικός
как с (ново)греческого переводится слово μηρυκαστικός? — жвачный


ιστοθέτιςχλαμύδαδυσαρέσκειαπαραλλαγήνυφικόςεπίπλευσιςγυρωτριγύρωκατανυκτικόςλαμπαδηφόροςηλοπάτημαντόλτσοραφινάτοςεκφυλίζωκεντουρίαροβόλημαχουβαρντάνθρωποςαχνοΰφαντοςγαλάχτισμαανθυψίφωνοςαδιάπλαστοςδιαδοχή




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit