αναγιγνώσκω

формы словаβ
αναγιγνώσκω
(αόρ. ανέγνωσα, ανέγνων, παθ. αόρ. ανεγνώσθην) читать;
          ~ μεγαλοφώνως — читать вслух;
          ~ καθ' εαυτόν — читать про себя



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово читать? — αναγιγνώσκω
как с (ново)греческого переводится слово αναγιγνώσκω? — читать


δευτεραίοςαυτοκοτάκρισηβλεφαριδοφόροςναυαγόςπικρόςακοντισμόςβουρτσάκιγυμνικόςΦαρισαίοςμαγιώνωχωρατεύωΑυγουστίνοςξεσελλώνωγιαλόανεκζήτητοςοργανοπλαστίατρικάταρτοςγενειοφόροςνερολαδιάνταμετζάναβιδέλλο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit