αλογόνο

формы словаβ
αλογόνο
το хим. галоген



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово галоген? — αλογόνο
как с (ново)греческого переводится слово αλογόνο? — галоген


υψιπέτηςπαιδομάνιαρμονικότηταμήνιγξομοβροντίαΙάπωναςκαλλικέλαδοςασυνθηκολόγητοςαμεθόδευτοςσύναπαρτίζωστεατικόςχηνοβοσκόςρητινίτηςμελετώμαιΠρωτομαρτιάεπιστολοζύγιοκεκανονισμέναμέτροδευτερίάγανοειδήςακούρδιστος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit