καταβαλλόμενος

формы словаβ
καταβαλλόμενος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово καταβαλλόμενος? —


ρυτήρβραδύσύνθεσηεπταήμερ|οςσεισμόγράφημαπεπόνισιδεράδικοφορτίζωαναβιώνωαχνόξανθ|οςμίσανδροςασυνθηκολόγητ|οςκατάστιξηανάρρηξημεταβατικάενάγουσαρέκτιςημερώνωκεκαλυμμέναυδροδείχτηςνεκρόδειπνο





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit