πλοιοκτήτρια

формы словаβ
πλοιοκτήτρια



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово πλοιοκτήτρια? —


αποτινάζωεδάεπαγωγεύςδημώδηςπαράβλαστοςξενύχτημαπρωτοστάτηςαυτολάτρηςλουβιάρηςαπαράληπτοςφθειρικόςδιέφυγανανεγνωρισμένωςευγνώμωνάλλαγμαεμβάςπικροαίματοςαντιστρέφωκαταμαρτυρίαμπατανίαελεήτρια





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit