τιμαριώτης

формы словаβ
τιμαριώτης
ο ист. феодал



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово феодал? — τιμαριώτης
как с (ново)греческого переводится слово τιμαριώτης? — феодал


αρχιερατικόςσυμφοίτησημηδένεγγράφωμετεωροσκόπησηματσουκιάδεντροστολίζωαπαρακολούθητοςδιφθέρινοςκαλησπέρισμαερμιάεπανήλθονερυθρόςεντοιχίζωκινδυνολογώμυθολόγημαπλέριοςλιοκρούζομαικαθολικευτικόςγιαράςδυσκρασία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit