αδιαιρετότητα

формы словаβ
αδιαιρετότητα
(-ητος) η неделимость, нераздельность



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово неделимость? — αδιαιρετότητα
как на (ново)греческом будет слово нераздельность? — αδιαιρετότητα
как с (ново)греческого переводится слово αδιαιρετότητα? — неделимость, нераздельность


ανακαθισμένοςζήτομαιμελαχρινόςεγκαιρόττιταοξυοσφρησίασυγχρωτίζομαιφοιβόλητοςανεγνωμιάφυτευτικόςδίχειροςαναζύμωσηασκημούτσικακαύτραβαθύχορδονγκόρτσοσεληνοτροπισμόςακορντεονίστριαμονόφυλλοςρατσιστικόςεπιδημιολόγοςορειβάτης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit