συντομευτικός

формы словаβ
συντομευτικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συντομευτικός? —


καταρραχήςυδρομάλαξημαμούρηςκοινωνίστριαβιβλιεκδότιςκαπάρομαδρεπόραιξεθέρμισμασυλλάβισμαξενοφοβικόςκαταβαίνωσκορπισμόςξεφεύγωάπτεροςχοιράδεςτραγουδάκιεξάπλευρολέγομαιλούλαουκρανικόςγοναταριά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit