ασφυκτικά

формы словаβ
ασφυκτικά
битком набитый;
          ~ γεμάτη αίθουσα — битком набитый зал



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово битком набитый? — ασφυκτικά
как с (ново)греческого переводится слово ασφυκτικά? — битком набитый


αυθεντικόςκαΐλαςδημοιρεσίαπατριαρχεύωνοησιαρχικόςεκατονταπλάσιογλυκόςπαραπροίκιτερηδώνξιφοειδήςασυσσώρευτοςβιρτουόζοςανυσματικόςπροπλάττωενυπάρχωενδοσπέρμιονπανηγυριώτισσανοματαίοιμυρέψημαξεμαλλιάζομαιαξιώνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit