ανοσολογικός

формы словаβ
ανοσολογικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ανοσολογικός? —


καρπικάολοταχώςωτοκόπωσηβοσκίζωμασουρίζωασφαλίστριαταγγάδαεκπτύωκαβαλλίναδοξαρωτόςαμολλητόςδρομολάτηςπρωτοχρονιάτικοςαμετάβολοςτσώφλιαντικατοπτρίζωαντηχείοπρογεμένοςκλύσμαλογχωτόςπαρώνυμος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit