μηχανοποιώ

формы словаβ
μηχανοποιώ



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μηχανοποιώ? —


δοκιμήδονησιθεραπείαυστερώσιδηροκατασκευήανεπίβατοςλινογραφίαγλυκόφωςνοσοκόμακορώνωπαρακελευστικόςφαινόμενο θερμοκηπίουσύριγμαχρυσοποικιλτικόςβαφτιστικιάμπολιασμένοςαναπτύσσωνουθεσίακαρυδόξυλοαμπώχνωκράσησυνείδηση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit