έδειρα

формы словаβ
έδειρα
αόρ. от δέρ(ν)ω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово έδειρα? —


ανασκουμποχέρηςόχθηπλυμένοςαντεισηγητήςμεσοστύλιοεπιτραπέζιοςαγηροκόμητοςξεσταχυάζωπαράστημααπατίκωτοςανιχνευτήραςφαταλίστριαμεσήλικαςάδηςαποστείρωσηκότσαλοεξαμερικανισμόςλουστράρωγύριςαμφιοντρακάρισμα





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit