κονίστρα

формы словаβ
κονίστρα
η прям., перен. арена;
          βγαίνω (или εμφανίζομαι) στήν πολιτική ~ — выходить на политическую арену



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово арена? — κονίστρα
как с (ново)греческого переводится слово κονίστρα? — арена


παρελκόμενονβαρβαρόφωνοςπραγματοποιημένοςγέλοιοαμπελίδααερολογίαήσκιοςεπευφημώπροσκεφάλαιονπροκήρυξηαλλαντικάθεοδολίδιονπαραδοξολόγοςυφεκατόμετροχρυσόςαποκαίομαιφωταέριοσταμνάςπνευματούχοςηλεκτροφώτισηφωτομηχανικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit