νιοφερμέν|ος

формы словаβ
νιοφερμέν|ος
недавно прибывший



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово недавно прибывший? — νιοφερμένος
как с (ново)греческого переводится слово νιοφερμένος? — недавно прибывший


σμικρύνωσεληνογραφίαχρηστοήθηςδιαβιβαστικόςδημοσιολογίασυνόδευσηκοοδουνίζωγλωσσάςστενόψηχοςδίτρητοςεβραϊκήχωριστήςοπτιμιστικόςλαθεύωπαγκάρπιοπροπαροξύνωκόπιαετεροδημότισσαεπανέρχομαικαρρόμπουλονάρω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit