πορτοκαλί

формы словаβ
πορτοκαλί



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово πορτοκαλί? —


θόλωσιςποδηγετημένοςπαραχείμασηεπτακοσιετηρίδαγροθοκοπάνημακολακευτικάψυχοκοινωνιολογικόςσυχνο-εξανίσταμαιτριακοσιοστόςασόδιαστοςακριβοκόποςξόρκιανομνιάζωστολίσκοςκομμάρααρραβωνιαστικιάκουτάλααπεργοσπαστικάανακουφισμόςαμαρκάλιστος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit