συνοφρύωμα

формы словаβ
συνοφρύωμα
το действие по гл. συνοφρυούμαι (хмуриться, хмурить брови; насупливаться )



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συνοφρύωμα? —


ξεσαμάρωτοςκοσμοείδωλοστραβωμένοςπασίχαροςεποχλέαςελαιακόνηλικέρέγγαμοςστηθοχτυπιούμαιαυτοβιογραφούμαισιάξιμοδενδρώδηςκουντουράδικοαντικατασταίνωπούθεεπιείκειαθερμοδυναμικήελαιουργικόςπεριστασιακόςλεπτοϋφήςΕυχαριστία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit