συνετμήθην

формы словаβ
συνετμήθην
παθ. αόρ. от συντέμνω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συνετμήθην? —


αναλλαξιάαρσίζηςκαταποτήραςκλαρωτόςμεταξύλημακαταστηματάρχισσαπεταχτόφώνησηξύνωδενδροκαλλιέργειαεξάωροπετεινοκαύκαλοςσωματάρχηςέμπιστοςτσιμπολογώασύστατοανατατικόςεπιπρόσθετοςσυνείρωσκοντάβωδιακορευτικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit