διμερ|ής

формы словаβ
διμερ|ής
двусторонний;
          ~είς διαπραγματεύσεις — двусторонние переговоры



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово двусторонний? — διμερής
как с (ново)греческого переводится слово διμερής? — двусторонний


αγρόποληαχρήζωπαριστορώπυροτεχνουργίαχρησιμοθηρίαρουφηξιάυπερευπαθήςστρώνωψυχοκόρημπαρμπέρικολεπτόεμβρυοθλασίαανοξείδωτοςμαστιχοφόροςανεμούριδιακόρευσηαπονήωσηώσηγαλατσόχορτουποκείμενοφυσιοθεραπευτής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit