εκμηχανίζω

формы словаβ
εκμηχανίζω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово εκμηχανίζω? —


δέονδιάθλασημόνωσηβάρεμαπείσμαβουλεβάρτοανέφικτοςαριστοτεχνίααποσταλάζωκαταλλήλωςμέραομογενήςεπιχορηγίαεπιστήριγμαξαναφυτεύωχορογραφίασάμπωςγκάλοπδιακόφταευλογημένοςσυνδετικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit