ανδρειευ-

формы словаβ
ανδρειευ-
см. αντρειευ -



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ανδρειευ-? —


γόμααπώθησηαρνοκοπήνίψιςαμφισβητήσιμοςοξειδώνωαραίωσηαπολούζωαναυτολόγητοςαχινόςβουνώδηςδιακόφτόγεώλοφοςκαπνίλαταπετσάρωπνευμονογραφικόςπροκαθορίζωαποχεριούαρμακάςκυβικόςαναντίστρεπτος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit