επακολούθηση

формы словаβ
επακολούθηση
η 1) продолжение (действие);
2) см. επακολούθημα



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово продолжение? — επακολούθηση
как с (ново)греческого переводится слово επακολούθηση? — продолжение


σκευάζωμπαταλεύωεμβρυοκτόνοςαγονίαθαμώναςκουφαίνομαιφιλοτάραχοςαπασχολούμαιπρόσκρουσηέστωνταςζεστούτσικοςδενδροφυτεύωεπικαταλλαγήπυρετογόνοςζαβολιάρικοςεμπροστάαγκάθιαξάφνιαστοςλογγήσιοςψιμάρνιλεπτοκαρυέλαιον




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit