επιλαρχία

формы словаβ
επιλαρχία
η воен. кавалерийский дивизион



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово кавалерийский дивизион? — επιλαρχία
как с (ново)греческого переводится слово επιλαρχία? — кавалерийский дивизион


στερεύομαιποτήριααντιλακτίζωδωμάτιοδυσκατόρθωτοςκαυστικόςγευστικότηςσούγλιασμαπεντακοσιοστόψευδομάρτυραςσφυγμομετρώκαπνοδοχοκαθαριστήςαπιστιάπαντοιοτρόπωςφάκελοαλατιέραασβεστάδικοβουτήχτραχελιδόνισμακρούσηλαβώνομαι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit