μονοτσάμπουνο

формы словаβ
μονοτσάμπουνο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μονοτσάμπουνο? —


σωματομετρίαπαγκάρπιοαστράτευτοςπαραθεριστικόςντάβανοςσαφράνάμεμπταδωδεκάδελτοςέξοχακατασχέτωοινομανίαδυσφήμησηδειλινόομοιοθερμίαγραιγοτραμουντάναάδειαπαραβατικόςενδεκαπλούςπεριορισμόςξεπαντρεύωσιταρόσπορο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit