κροκοδείλι|ος

формы словаβ
κροκοδείλι|ος
крокодиловый;

===
          ~ια δάκρυα — крокодиловы слёзы



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово крокодиловый? — κροκοδείλιος
как с (ново)греческого переводится слово κροκοδείλιος? — крокодиловый


κοσμοπολιτισμόςανάπαψηραμφοφόροςβροχοσκόπησηδούλαενδυματολόγοςελάφρωσηβωμολόχοςδιαλυτήριοέγκαυμαομόλογοςαλαζόνευμαφερέοικοςαναβλητικώςκοραστάραφαιοχίτωνεςπετρότοποςαλαφρόπιστοςακουαρελλίσταςπροσοσιαλιστικόςεμπλήρωση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit