συνέπαθον

формы словаβ
συνέπαθον
αόρ. от συμπάσχω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συνέπαθον? —


παράσπιτοπαγάναατμονομέαςαναποφασιστικότηταελαιοφάγοςπυργοδέσποινασυσσωρευτικόςκλώτσοςδυτικώςτοξικότηταπαραποιημένοςανεξάγγελτοςζουρλόςρέλιαπειθάρχητοςαποκηρύττωεδέησαξέραπαγανιστικόςανέμπληγοςχλωραιθύλιον




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit