εγχειρητικός

формы словаβ
εγχειρητικός
операционный;
          ~ή τράπεζα — операционный стол



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово операционный? — εγχειρητικός
как с (ново)греческого переводится слово εγχειρητικός? — операционный


χρωματώραφτοπούλαξίκικοςείλωςσαγονούφουρνιάγιουβετσάδαδυστοκίααλαφρόπετραενορίτισσααργοταξιδεύωΓιαπωνέζοςραχάτικαγκελλαρίαλιθοβολώκαμάρωμαάλακκοςσαπρόςκαλοσόδιαστοςεξουδετερωτικόςστιλβαδάμας




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit