διαστασιοποιώ

формы словаβ
διαστασιοποιώ



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διαστασιοποιώ? —


δείξιμοδιάγλυφοςγλυκόφωςεξοικονομώυφεκατόμετροβαθομετρικόςυπεγγυότηταπαραποιημένοςκαταπέφτωελικηδόντσιμούχασκαμπάζωφαρμακοληψίαξενιστήςφασκομηλιάαμαξάδικοξυλοχρωστικόςισοκράτημαφιλοκίνδυνοςνικοτίνησπιρούνιασμα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit